4.1.14

Happy new year!

Εδώ είμαι κι εγώ, για να σου ευχηθώ χρόνια πολλά δια το νέον έτος. Βάλε 2014 αντί για 1968 και είσαι μέσα!



24.11.13

Στην οδό Εδέσσης, ταξίδι στο χρόνο



Πριν από μία εβδομάδα φιλοξενήθηκα σε ένα σπίτι, όπου ζει και ο Φιντέλ με τ' όνομα, μία γάτα του Σιάμ όμορφη πολύ-να δες, αν δε με πιστεύεις:


Ο Φιντέλ, λοιπόν, έχει το εξής χαρακτηριστικό (εκτός από πολλές τρίχες): είναι περίεργος. Πολύ περίεργος (χαίρω πολύ). Καταρχάς, είναι συνεχώς σε εγρήγορση. Με τον παραμικρό ήχο, γυρνάει το κεφάλι του σχεδόν με έκπληξη, σπεύδει να επεξεργαστεί κάθε καινούριο που μπαίνει στο σπίτι, εξερευνά τις γωνίες του σπιτιού ξανά και ξανά και ξανά, περιεργάζεται όλους και όλα με ενδιαφέρον, κυκλοφορεί λες και βλέπει (σχεδόν) τα πάντα για πρώτη φορά. Λες, τώρα, αυτή η γάτα ή αμνησία έχει και ξεχνάει τί είδε ή είναι τυχερή που έχει τη διάθεση να βλέπει λεπτομέρειες κάθε φορά με τη διάθεση μικρού παιδιού (έστω, γατιού). Τείνω (ωραιοποιημένα) προς το δεύτερο (έλα!).
Η αλήθεια είναι, και να μη με παρεξηγήσουν, παρακαλώ, οι γατόφιλοι εκεί έξω, ότι αν ήταν να διαλέξω μεταξύ γάτας και σκύλου θα διάλεγα το δεύτερο, αλλά δεν μπορώ παρά να θαυμάσω την ιδιότητα του κυνηγού που έχουν αυτά τα αιλουροειδή. 
Έχοντας, που λες, πρόσφατη την συμβίωση με το Φιντέλ, προχθές κατέβηκα μία βόλτα στην πόλη με τον καλό μου. Το κέντρο (Τσιμισκή και λοιπά) ήταν εξωφρενικά γεμάτο με κόσμο (είχε ακόμα καλούτσικη θερμοκρασία), και σχεδόν αυτόματα τα πόδια μας μας πήγανε λίγο παραπέρα. Μπήκαμε, λοιπόν, στα στενάκια κοντά στην οδό Φράγκων, ήτοι στον φραγκομαχαλά. Φτάσαμε στην πλατεία Εμπορίου (υπέροχη μικρή γωνιά της πόλης, αλλά, φευ, τίγκα στα αυτοκίνητα-τί ασχήμια πια), και μπήκαμε στην Εδέσσης, μία οδό την οποία ποτέ άλλοτε δεν είχαμε περπατήσει. Τώρα, μη φανταστείς ότι είναι και κανένας μεγάλος δρόμος, καμιά εξηνταριά μέτρα στο όλον, αλλά είναι τόσο γοητευτικός!
Απ' ό,τι διαβάζω (στο google το έψαξα, μην τρελαίνεσαι), αυτή η οδός ήταν κάποτε μέρος μίας από τις εβραϊκές συνοικίες της πόλης, και σ' αυτήν υπάρχουν πάρα πολλά όμορφα και ιστορικά κτίρια, τα οποία δυ-στυ-χώς (δεν μπορώ να το τονίσω αρκετά, αυτό το "δυστυχώς"!) έχουν παρατηθεί στη μοίρα τους. Το να τα βλέπεις σε αυτήν την κατάσταση (την παρατημένη) έχει μία άλλη γοητεία, δε λέω, γίνεται η ατμόσφαιρα κάπως στοιχειωμένη και μαγική, κάτι σαν ταξίδι στο χρόνο ένα πράμα, αλλά, πες, πόσο πιο ωραία θα ήταν αν αυτά τα κτίρια είχαν ζωή (σας παρακαλώ, όχι άλλα καφέ και κλαμπ, όμως).
Καθώς, λοιπόν, περπατούσαμε, άρχισα να τραβάω φωτογραφίες (λέγε με και Ιάπωνα τουρίστα) και να κοιτάω κι από δω κι από κει ενθουσιασμένη. Σε αυτό το σημείο ακριβώς σκέφτηκα τον Φιντέλ: έβλεπα λεπτομέρειες στην πόλη στην οποία ζω εδώ και δεκαέξι χρόνια, τις οποίες δεν είχα ξαναδεί. Γεια σου ρε Φιντέλ, με τα ωραία σου! Είναι αυτό που λέμε epiphany. Μου ήρθε φλασιά, δηλαδή, πώς το λένε. Σιγά το πράγμα, θα μου πεις: μπήκες σε ένα δρομάκι στο κέντρο της πόλης, τρελή εξερεύνηση. Θα σου πω: ναι, τρελή. Όντως. Έτσι απλά.
Σε αυτό το ωραίο μπακράουντ, τώρα, έβγαλα και μερικές φωτογραφίες από την καινούρια φούστα που έραψα, η οποία όμως, δεν είναι και τόσο καινούρια, γιατί το ύφασμά της ξεκίνησε μερικές δεκαετίες πριν από τη Γερμανία, για να βρεθεί τελικά στα χέρια μου (ευχαριστώ πολύ, Κατερίνα! ;)). Μη φανταστείς τίποτα πολυτελές, ένα βισκόζ είναι, το οποίο, όμως, έχει πολύ όμορφο ντεσέν, και είναι χυτό και άνετο. Η ίδια η φούστα, τώρα, δεν είναι παρά δύο ορθογώνια παραλληλόγραμμα (ένα για μπρος και ένα για πίσω), τα οποία σουρώθηκαν και στερεώθηκαν με το ζωνάκι. Ένα φερμουάρ, και έξω από την πόρτα. Εύκολα και δοκιμασμένα πράγματα.
Για δες:










13.10.13

Μηλόπιτα 1-2-3-4


Ψιτ! Εσένα λέω! Ναί, ναι, εσένα: την πολυάσχολη με τα εκατό χέρια, που κάνεις χιλιάδες πράγματα ταυτόχρονα, αλλά νομίζεις κατά τα άλλα ότι το να φτιάξεις ένα ωραίο, σπιτικό (και δη μαμαδίστικο) γλυκό είναι άθλος χρόνου και κόπου. Δεν είναι, σου λέω! Μπιλίβ μι.
Αυτή εδώ που σου γράφω είναι μία συνταγή για μία μηλόπιτα, αλλά τί μηλόπιτα: της ευκολίας! Την φτιάχνει η μαμά μου από τότε που ήμουνα παιδάκι, και είναι πολύ αγαπημένη, αλλά αρέσει και σε όσους τη δοκιμάζουν (οπότε μη φοβάσαι πως είμαι υποκειμενική λόγω παιδικών χρόνων και αναμνήσεων και τέτοια).
Το πολύ καλό είναι ότι φτιάχνεται με υλικά που είναι κοινά, και χρειάζεται μόνο ένα μπωλ ανάμειξης για να φτιαχτεί η ζύμη της. Ούτε μίξερ ούτε κατσαρόλες ούτε τίποτα για να πλένεις μετά.
Το όνομά της είναι, προφανώς, εμπνευσμένο από τις δοσολογίες των υλικών (ένα-δύο-τρία-τέσσερα και, πάμε):

  • Ένα φλυτζάνι λάδι (σπορέλαιο, ελαιόλαδο ή και φυτίνη λιωμένη, βούτυρο ή μίξη αυτών- εγώ βάζω συνήθως μισό μισό ελαιόλαδο και σπορέλαιο ή σκέτο σπορέλαιο)
  • Δύο φλυτζάνια ζάχαρη (μπορείς να βάλεις και λίγο λιγότερη, αν θέλεις)
  • Τρία φλυτζάνια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
  • Τέσσερα αυγά και τέσσερα μήλα μάλλον μεγάλα (κομμένα σε μικρά ή μικρότερα κομμάτια, ανάλογα με το αν θέλεις να φαίνεται μετά το ψήσιμο το μήλο ή να λιώσει μαζί με τη ζύμη-πάντως όχι τριμμένο)
  • Κανέλα μπόλικη (βάλε σίγουρα ένα κουταλάκι)

Η εκτέλεση έχει ως εξής:
Παίρνεις ένα μεγάλο μπωλ και ανακατεύεις όλα τα υλικά μαζί με ένα ξύλινο κουτάλι.
Βάζεις το μίγμα σε ένα ταψί (καλύτερα όχι σε φόρμα του κέικ), βουτυρωμένο και αλευρωμένο, και ψήνεις στους 180 βαθμούς Κελσίου για περίπου 45 λεπτά, μέχρι να πάρει ένα ωραίο χρυσοκαφέ χρώμα. Αυτό ήταν!
Σερβίρεις με ζάχαρη άχνη και κανέλα ή παγωτό βανίλια ή σαντιγύ άγλυκη ή με μαρμελάδα (βερύκοκο, ας πούμε) ή και σκέτη.
Τρώγεται πολύ ωραία καυτή, ζεστή, χλιαρή, κρύα. Όλες τις ώρες.
Σημειώσεις: Προαιρετικά, μπορείς να προσθέσεις, εκτός της κανέλας, και μοσχοκάρυδο, τζίντζερ και γαρύφαλλο, επίσης ξηρούς καρπούς-τα καρύδια της πηγαίνουν πολύ-, σταφίδες ή και κομματάκια σοκολάτας. Επίσης, μπορείς να τη φτιάξεις και με άλλα φρούτα, όπως ας πούμε αχλάδια ή και με κομπόστα ροδάκινο. Είναι ωραία όπως και νά 'χει!




29.9.13

Οι λωτοί της Ελπίδας


Υπάρχουν φορές που έχω όρεξη και έμπνευση και θέλω να ράψω κάτι περίτεχνο και καινούριο και προσεγμένο, και υπάρχουν άλλες φορές, που θέλω ακριβώς το αντίθετο. Είναι πολλές αυτές οι φορές οι τελευταίες, οφείλω να ομολογήσω.
Είχα, που λες, ένα ύφασμα, το οποίο προορίζονταν να γίνει υποκάμισο ανδρικό. Αλλά δεν του βγήκε. Φαίνεται πως η μοίρα του ήταν να γίνει φούστα σουρωτή (όχι κλαρωτή). Με ρίγες ανάγλυφες σε αποχρώσεις του ροζ και του βεραμάν, ήταν πιο αρμόζον, δε νομίζεις;
 Το όλο κόνσεπτ στην ευκολία είναι το εξής: Κόβεις δύο ορθογώνια παραλληλόγραμμα, ένα για εμπρός και ένα για πίσω. Τα σουρώνεις (άνευ μπύρας και αλκοόλ γενικότερα, μα με τρυπώματα), τα ενώνεις στη μία πλαϊνή μεριά, και σε αυτό ακριβώς το σημείο σου έρχεται το δίλημμα: να φτιάξω φερμουάρ (μία τέτοια έχω φτιάξει εδώ και εδώ) ή να βάλω τούνελ με λάστιχο; Το διαβολάκι στα δεξιά μου μου είπε ότι πρέπει να βάλω λάστιχο να τελειώνω, αλλά το αγγελάκι από την άλλη πλευρά επέμενε ότι το λάστιχο δεν είναι το φρόνημο πράγμα να κάνω, γιατί είναι ογκώδες, και καθόλου μα καθόλου κομψό. Έτσι, διχασμένη ανάμεσα στην ευκολία και στην ομορφιά, ικανοποίησα και τα δύο (νομίζω). Έπεσε το μάτι μου κάπου στο διαδίκτυο (δυστυχώς δε μπορώ να βρω το λινκ τώρα, είχε και φωτογραφίες με τη διαδικασία) σε ένα τουτόριαλ για το ράψιμο φούστας, στην οποία δεν υπήρχε φερμουάρ, αλλά λάστιχο μόνο στο πίσω μέρος της φούστας. Δηλαδή, μπροστά φαίνεται ένα κανονικό ζωνάκι φούστας, ίσιο και επίπεδο, αλλά πίσω υπάρχει ένα τούνελ από το οποίο περνάει το λάστιχο και σφίγγει. Μπρίλιαντ!, σκέφτηκα.
Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, η διαδικασία αποδείχτηκε τελικά πιο μπελαλίδικη από ό,τι να έφτιαχνα ένα φερμουάρ και να τελείωνε εκεί η υπόθεση. Επιπρόσθετα, δεν είχα στενό λάστιχο στις προμήθειές μου και έβαλα ένα φαρδούτσικο, το οποίο, φυσικά, τώρα είναι στριμωγμένο και γυρισμένο εκατό φορές μέσα στο τούνελ, και έχει γίνει ογκώδες και όχι πολύ όμορφο, πρέπει να ομολογήσω. Τέλος πάντων, η φούστα έγινε καλή, φοριέται άνετα, αλλά αυτό με το λάστιχο δύσκολα το ξανακάνω: φερμουάρ και πάλι φερμουάρ, σου λέω.
Με τούτα και με κείνα, το περασμένο Σαββατοκύριακο πήγαμε εκδρομή στην Ελπίδα, τη μαμά της φίλης μου της Κικής. Φάγαμε (πάρα πολύ, ευτυχώς υπήρχε το λάστιχο και μου έδωσε έναν αέρα), και κάπου μεταξύ τυρού και αχλαδίου, βγήκαμε έξω και βγάλαμε αυτές τις φωτογραφίες στον φροντισμένο κήπο με τους λωτούς και τα ρόδια. Το λάστιχο στη μέση κατάφερα και το έκρυψα με το ζακετάκι που πέφτει πάνω του, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Δες με, στον κήπο της Ελπίδας, να προσπαθώ να (μην) κόψω λωτούς για να θυμηθώ να μην ξεχάσω (ή κάτι τέτοιο), και ρόδια για το γούρι του όλου.










22.9.13

Ρετρό τριανταφυλλάκια


 Την αγάπη μου για τα ρετρό-οτιδήποτε, την έχεις καταλάβει, πιστεύω, μέχρι τώρα. Δεν ξέρω τί είναι αυτό που με ελκύει σε αντικείμενα που γεννήθηκαν σε περασμένη δεκαετία, αλλά η αλήθεια είναι ότι μου ασκούν μεγάλη γοητεία και μου δημιουργούν μία επιθυμία να θέλω να τα αποκτήσω (aka ο ρακοσυλλέκτης).
Όταν, λοιπόν, ξεκίνησα να ράβω, πήγα και κατέβασα το πατάρι της καλής μου της θείας που κάποτε ραβότανε, και που με χαρά μου παραχώρησε ό,τι άξιζε από εκεί μέσα. Έτσι, βρέθηκα με μία μεγάλη στοίβα από υφάσματα της δεκαετίας του ογδόντα και του εβδομήντα, και κάποια ίσως και πιο παλιά. Τώρα, μπορεί κάποιος να τα δει και να πει, τί παλιατζούρες είναι αυτές; Κι εγώ θα του πω, άντε από δω, που είναι παλιατζούρες τα ωραία μου τα υφασματάκια! Καταλαβαίνω ότι μπορεί κάποιος να μην το κατανοεί αυτό, και υπάρχουν και φορές που κι εγώ, από την μανία μου να αποκτήσω κάτι παλιό/παλιακό, ξεχνάω εντελώς οποιοδήποτε κριτήριο ποιότητας. Θέλω να πω, κάποτε φτιάχνανε όντως ωραία πράγματα, ποιοτικά και δε συμμαζεύεται (ξέρεις τώρα, δεν-τα-φτιάχνουν-πια-όπως-κάποτε τύπου), αλλά φτιάχνανε σίγουρα και πολλά "φθηνά" πράγματα. Ε, αυτά τα τελευταία, μαθαίνω σιγά σιγά να τα ξεχωρίζω και να τα αρνούμαι.
Για να μην τα πολυλογώ, που λες, ένα από τα υφάσματα που μου έδωσε η θεία μου τότε, ήταν και ένα ωραιότατο μονόφαρδο (δηλαδή με απόσταση από ούγια σε ούγια γύρω στο μέτρο, τώρα τα υφάσματα βγαίνουν συνήθως διπλόφαρδα, δηλαδή με φάρδος γύρω στο 1,40 μέτρα), με ωραία λουλουδάκια σε σειρές, και λίγο κράτημα. Σαν πυτζάμα λίγο, αλλά εμένα μ' άρεσε.
Έχω πει πολλές φορές ότι για όλα τα υφάσματα έρχεται η ώρα τους, και η στιγμή που θα ακουστεί το κλικ και θα κολλήσουνε με κάποιο πατρόν. Όλα τα υφάσματα που έχω στοκάρει (και έχω πολλά πλέον) περιμένουν τη στιγμή τους για να λάμψουν (εντάξει, αυτό είναι μία μικρή δικαιολογία για να μαζεύω και να μαζεύω και να μαζεύω...., αλλά ακούγεται ρομαντικό, έτσι δεν είναι;).
Για αυτό το συγκεκριμένο ύφασμα η στιγμή ήρθε τις προάλλες, που ξεφύλλιζα το Burda του Ιουλίου. Στις σελίδες του είχε μία ανατύπωση ενός πατρόν από το '60, το οποίο ευθύς αμέσως κάθησα και ξεπατίκωσα.
Η μπλούζα ήταν εύκολη στην κατασκευή της, δύο πένσες μπροστά, δύο μικρούλικες ψηλά στην πλάτη, και ένα ωραίο άνοιγμα πίσω (για να μπορείς να τη φοράς με ευκολία) με ένα κουμπάκι, το οποίο το έβαλα περλέ και του έφτιαξα και μία θηλιά με κλωστή (ωραία τεχνική αυτή, να σου τη δείξω κάποια στιγμή). Το αποτέλεσμα είναι αυτό, φωτογραφισμένο στην "χρυσή ώρα", δηλαδή στην ώρα που ο ήλιος δύει, κάπου στο πουθενά:













20.9.13

Το Νήμα


Λέω να σου μιλήσω για ένα βιβλίο σήμερα. "Το Νήμα" το πήρα πριν από αρκετό καιρό, μετά από την προτροπή μίας γνωστής μου (ευχαριστώ Σταυρούλα), η οποία, γνωρίζοντας την ασχολία μου με τη ραπτική, μου είπε ότι θα μου αρέσει πάρα πολύ, αλλά το άνοιξα τελικά να το διαβάσω πριν λίγες μέρες. Το πρώτο βιβλίο της Victoria της Hislop (το πρώτο που έγινε γνωστό, δηλαδή, δεν ξέρω αν ήταν γενικώς το πρώτο της), το πασίγνωστο "Νησί" (του Mega) δεν το είχα διαβάσει τότε, διότι παθαίνω μία άρνηση με τα βιβλία που γίνονται ταινίες ή σειρές και γίνεται μετά χαμός. Μισώ, επίσης, να βλέπω πρώτα τη μεταφορά τους στην οθόνη, και μετά να διαβάζω το βιβλίο, επειδή νομίζω ότι σου κόβει μία μεγάλη χαρά του βιβλίου, το να φαντάζεσαι τους ήρωες όπως τους θες εσύ, και να μη σε περιορίζουν τα πρόσωπα που έχουν παίξει τους ρόλους. Το είχα πάθει αυτό παλιότερα με την "Αίθουσα του θρόνου": εκπληκτική σειρά, λατρεμένη και κούκλα η Ναυπλιώτου (μα τί φωνή και χαμόγελο αυτή η κοπέλα). Με είχε ενθουσιάσει η μεταφορά της. Μα, όταν αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο του Αθανασιάδη, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται τα πρόσωπα του σίριαλ ενώ διάβαζα, και ξενέρωσα. Δεν το τελείωσα ποτέ. Αντιθέτως, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών τον διάβασα πρώτα, και μετά από κάποια χρόνια είδα τις ταινίες όταν βγήκαν. Αυτό, μάλιστα. Είχα ενθουσιαστεί, που έβλεπα τους ήρωες και τα τοπία που φανταζόμουν, να οπτικοποιούνται. Ήταν και εξαιρετική η μεταφορά, κατά τη γνώμη μου (αν και είχε κάποιες διαφορές στο σενάριο-αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία).

Εκδόσεις headline review

Έχω μία συνήθεια, πρέπει να σου το πω αυτό: τα βιβλία που διαβάζω, τα αγοράζω κυρίως γραμμένα στα αγγλικά. Ένας λόγος είναι ότι είναι, νομίζω, καλύτερα να διαβάζεις ένα λογοτεχνικό πόνημα γραμμένο στην αρχική γλώσσα στην οποία γράφτηκε (αν αυτή είναι η αγγλική, στην περίπτωσή μου). Όσο καλή και να είναι η μετάφραση, πάντα κάτι θα χάνει από αυτό που αρχικά ήθελε να πει ο συγγραφεύς. Μπορεί να είναι και καλύτερη η μετάφραση, βέβαια, από το αρχικό, αλλά και πάλι δεν θα είναι το ίδιο. Άσε που, διαβάζοντας σε άλλη γλώσσα, είναι σα να ξεφεύγει το μυαλό σου σε έναν άλλον κόσμο. Ακούς τις λέξεις στο μυαλό σου σε άλλη γλώσσα, και αυτό σε βγάζει από τα συνηθισμένα, είναι άλλη αίσθηση για μένα. Ένας δεύτερος και πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι οι εκδόσεις που παίρνω είναι σαν τα ΒΙΠΕΡ του τότε, ελαφριές και με ευτελές χαρτί, που κάνει το βιβλίο, βασικά, φθηνό. Ναι, είναι τόσο πεζό: το αγοράζω γιατί είναι φθηνό. Και είναι και πολύ ελαφριά αυτά τα βιβλία, μπορείς να τα κουβαλάς άνετα στην τσάντα σου ή στα ταξίδια σου, ή στην παραλία, και να μην σου πιάνεται το χέρι να τα κρατάς, και δεν τα λυπάσαι αν τα τσαλακώσεις λίγο ή αν βραχούν από το θαλασσινό νερό ή το αντηλιακό. Τα ζεις, βρε παιδί.
Πίσω στο Νήμα: Είναι ένα από τα βιβλία που πιάνεις και δε μπορείς να το αφήσεις. Είναι μία πολύ όμορφη ιστορία, και η Hislop έχει πολύ μεστή, απλή (μεγάλο προτέρημα η απλότητα σε ένα συγγραφέα, κατά τη γνώμη μου) και γλυκιά γραφή. Αλλά αυτά τα ξέρεις, μάλλον, ήδη, και τα έχουν πει και άλλοι καλύτερα από μένα. Εγώ δύο πράγματα θέλω να σου πω γι' αυτό το βιβλίο: το πρώτο είναι ότι η πλοκή διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη. Στην ουσία αφηγείται τη ιστορία της πόλης από την αρχή του εικοστού αιώνα, και φτάνει μέχρι την αρχή του εικοστού πρώτου, μέσα από τις ιστορίες μίας οικογένειας ανθρώπων. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους, και μάλιστα η πρωταγωνίστρια, είναι μία μοδίστρα, η Κατερίνα, η οποία ήταν μία από τις καλύτερες μοδίστρες της Θεσσαλονίκης. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο μου άρεσε πολύ το βιβλίο (και γι' αυτό και μου το συνέστησαν). Μου άρεσαν πάρα πολύ οι περιγραφές παλιών υφασματάδικων, ειδών ραπτικής και ραφείων, και των τρόπων με τον οποίο ράβανε τότε. Πραγματικά, τα απόλαυσα αυτά τα κομμάτια!
Στο τέλος δε της ιστορίας, η συγγραφέας παραθέτει ένα, τύπου, παράρτημα, στο οποίο αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε η ιδέα αυτού του βιβλίου, μετά από την πρώτη της επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη κάποια χρόνια πριν, και την εντύπωση που της είχε κάνει τότε η πόλη. Της φάνηκε, όταν πρωτοήρθε, λέει, πολύ διαφορετική από τις άλλες ελληνικές πόλεις του Νότου που είχε μέχρι τότε επισκεφτεί, και της άσκησε μία γοητεία. Μέσα σε μια-δυο σελίδες δίνει μία εικόνα της Θεσσαλονίκης που μόνο ένας ξένος μπορεί να δει (εμείς προσπερνάμε τις όμορφες λεπτομέρειές της καθημερινά, χωρίς να δίνουμε και μεγάλη σημασία), και σε κάνει να την εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο και να χαίρεσαι και να εμπνέεσαι που ζεις μέσα σε μία πόλη με τόσο πλούσια ιστορία και τέτοια δύναμη να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες που της ρίχνουν σχεδόν ανελέητα οι αιώνες.